Φόρτωση Text-to-Speech...
«Κι εγώ επίσης ένιωσα έτοιμος να ζήσω απ’ την αρχή. Θαρρείς και τούτη η τρομερή οργή με είχε εξαγνίσει απ’ το κακό, με είχε αδειάσει από ελπίδα, μπροστά σε τούτη τη νύχτα τη φορτωμένη με σημάδια κι αστερισμούς άνοιγα την αγκαλιά μου για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου». Το ποιητικά γλυκόπικρο απόσπασμα από τις τελευταίες γραμμές του « Ξένου » του Αλμπερ Καμύ (εκδ. Καστανιώτη) αποτελεί ένα από τα σπουδαία δείγματα της δυτικής λογοτεχνίας . Πώς μεταφέρει κανείς, όμως, κάτι τέτοιο στο σινεμά ; Πώς αποδίδει την ουσία και το πνεύμα ενός βιβλίου που έχουν θαυμάσει γενιές αναγνωστών ανά την υφήλιο; Σε αυτά τα ερωτήματα προκλήσεις επιχειρεί να απαντήσει ο σκηνοθέτης Φρανσουά Οζόν με τον δικό του «Ξένο», που κυκλοφορεί την προσεχή Πέμπτη και στις ελληνικές αίθουσες.
«Κάτι γοητευτικό για εμένα είναι ότι δεν καταλαβαίνω απόλυτα το βιβλίο –προφανώς αυτό είναι ένα δείγμα των αριστουργημάτων– και ίσως αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που έκανα την ταινία . Ελπίζω κάποιο μέρος του μυστηρίου και των φιλοσοφικών ερωτημάτων του να έχει περάσει και στο φιλμ», μας λέει ο Οζόν, τον οποίο συναντήσαμε κατά τη διάρκεια του τελευταίου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας . Για εκείνον η ευθύνη και η πίεση ήταν μεγάλες, καθώς περίπου οι πάντες στη Γαλλία έχουν διαβάσει τον «Ξένο» (τουλάχιστον) στα ύστερα σχολικά τους χρόνια. «Ηξερα ότι θα απογοητεύσω κάποιους ανθρώπους. Καθένας, π.χ., έχει τη δική του εικόνα για τον Μερσό, καθότι δεν υπάρχει και καμία
περιγραφή του στο βιβλίο».
Διασκευή
Τον δικό του Μερσό υποδύεται ο ανερχόμενος Γάλλος ηθοποιός Μπενζαμέν Βουασέν : ξανθός, με όμορφο γωνιώδες πρόσωπο, φέρνοντας κάπως στον νεαρό Αλέν Ντελόν . «Ετσι τον φανταζόμουν», θα πει ο Οζόν, παραδεχόμενος ότι η ταινία του αποτελεί διασκευή και όχι πιστή μεταφορά του μυθιστορήματος, όπως για παράδειγμα είχε επιχειρήσει να κάνει ο Λουκίνο Βισκόντι τη δεκαετία του 1960. «Το φιλμ του Βισκόντι ήταν υπερβολικά κοντά στο βιβλίο. Δεν μπορούσε να κάνει την ταινία που ήθελε, γιατί η χήρα του Καμύ βρισκόταν στο σετ και του ζητούσε να μην παρεκκλίνει καθόλου. Οταν διασκευάζεις πρέπει να “προδώσεις”, πρέπει να δεχτείς ότι η γλώσσα της λογοτεχνίας δεν είναι ίδια με αυτή του κινηματογράφου ». Φυσικά η πλοκή της ιστορίας παραμένει ίδια: στο Αλγέρι του 1938, ο άσημος υπάλληλος Μερσό θάβει τη μητέρα του δίχως να δείξει το παραμικρό συναίσθημα. Την επόμενη ημέρα θα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση με τη Μαρί, συνάδελφό του στη δουλειά. Η επιστροφή στη ρουτίνα θα διαταραχθεί από τις περιπέτειες που θα τον εμπλέξει ο γείτονάς του, Ρεϊμόν, μέχρι που ένα καυτό πρωινό σε κάποια παραλία, ένα τραγικό γεγονός θα καθορίσει τη ζωή του Μερσό. Ως γνωστόν, όλα αυτά στο βιβλίο του Καμύ περιγράφονται σε πρωτοπρόσωπη, εξομολογητική αφήγηση, ωστόσο ο Οζόν προτιμά την εξωτερική παρατήρηση, μεταγγίζοντας έτσι (ευφυώς) την περίφημη αποστασιοποίηση του ήρωα στον ίδιο τον θεατή. Μονάχα σε δύο σημεία (ένα εκ των οποίων αυτό που αναφέραμε στην εισαγωγή) προσθέτει τη φωνή του αφηγητή, διότι «η γλώσσα είναι τόσο υπέροχη και τα νοήματα τόσο πυκνά, ώστε νομίζω ήταν απαραίτητο σε αυτά τα κομμάτια να ακούσουμε απευθείας τη φωνή του», όπως εξηγεί ο Οζόν.
Ηταν υπερβολικά κοντά στο βιβλίο. Η χήρα του Καμύ βρισκόταν στο σετ και του ζητούσε να μην παρεκκλίνει καθόλου. Οταν διασκευάζεις πρέπει να «προδώσεις», πρέπει να δεχτείς ότι η γλώσσα της λογοτεχνίας δεν είναι ίδια με αυτήν του κινηματογράφου.
Η δεύτερη επιλογή του, που ίσως ξενίσει αρχικά, είναι ότι προτιμά την ασπρόμαυρη φωτογραφία για τη μεταφορά ενός έργου, όπου οι περιγραφές των χρωμάτων, από τον καταγάλανο ουρανό μέχρι το κόκκινο φόρεμα της Μαρί, είναι ιδιαίτερα ζωντανές. «Για εμένα ήταν προφανής επιλογή. Οταν διάβασα το βιβλίο το φανταζόμουν ασπρόμαυρο. Ολη η συλλογική μνήμη της αποικιοκρατίας –ντοκουμέντα, φωτογραφίες, φιλμ– είναι καταγεγραμμένη σε ασπρόμαυρο. Πιστεύω ότι είναι πιο ρεαλιστικό να δούμε το Αλγέρι με αυτόν τον τρόπο, σαν να μπαίνουμε σε έναν κόσμο που έχει πια χαθεί. Επιπλέον, δεν είχαμε το μπάτζετ για να αναπαραστήσουμε την πόλη της εποχής· με το ασπρόμαυρο “κλέβεις” πιο εύκολα σε κάτι τέτοια…», παρατηρεί γελώντας ο Οζόν.
Φρανσουά Οζόν. Η ταινία του δεν αποτελεί απλώς μια ερωτική επιστολή στο ύφος του Καμύ, αλλά περνάει και στην πολιτική ουσία, θίγοντας θέματα αποικιοκρατίας, τα οποία μάλιστα προχωρούν πέρα από την οπτική του συγγραφέα. (Φωτογραφία: LEONIDAS ARVANITIS)
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος επαναλαμβάνει συνεχώς τη λέξη «ομορφιά»: για τη φωτογραφία, για τον ουρανό, για τους πρωταγωνιστές του, φυσικά και για το κείμενο που τον ενέπνευσε. Από την άλλη, η ταινία του δεν αποτελεί απλώς μια ερωτική επιστολή στο ύφος του Καμύ, αλλά περνάει και στην πολιτική ουσία, θίγοντας θέματα αποικιοκρατίας, τα οποία μάλιστα προχωρούν πέρα από την οπτική του συγγραφέα. Η ταινία ξεκινά με τα «επίκαιρα» της εποχής, τα οποία χαράσσουν το ιστορικό πλαίσιο, ενώ ο χαρακτήρας της Τζεμιλά, της γυναίκας που κακοποιείται από τον Ρεϊμόν, αποκτά εκεί σοβαρότερη υπόσταση, αλλά και όνομα. «Θεώρησα σημαν…
Read the full article at Kathimerini →