Φόρτωση Text-to-Speech...
Πριν από περίπου δεκαέξι χρόνια, όταν άρχισε να γράφει τη « Χερσόνησο με τα άδεια σπίτια », σκεφτόταν τον Σοπενχάουερ που έλεγε πως ο κόσμος υπάρχει όπως τον αντιλαμβάνεται ο καθένας μας, ζώντας και κληρονομώντας βιώματα από το περιβάλλον. «Εγώ μεγάλωσα στην ύπαιθρο· αυτή ήταν η πρώτη μου πραγματικότητα. Η οικογένειά μου ζούσε από τις ελιές και δούλευα στα λιοχώραφα από μικρός. Γι’ αυτό ο αγροτικός κόσμος δεν είναι κάτι εξωτικό για μένα, είναι το φυσικό μου περιβάλλον», λέει, και περνάει τα χέρια μέσα από τα μαλλιά του ισιώνοντας τη φράντζα στην οθόνη του υπολογιστή.
Ο Νταβίδ Ουκλές , γεννημένος το 1990, είναι ένας νέος άνδρας που μοιάζει μικρότερος από την ηλικία του, με πολύ καθαρά μάτια και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Αυτό το αγροτόπαιδο από την Ανδαλουσία που σπούδασε διερμηνεία και μετάφραση, μουσικός, ζωγράφος και είναι νομάς από πεποίθηση, Ιβηριστής από ρομαντισμό για τον πολιτισμό που ενώνει την Ισπανία και την Πορτογαλία σε ένα ενιαίο όλον, που ήταν και τροβαδούρος των ευρωπαϊκών δρόμων για να βγάλει τα προς το ζην στο παρελθόν, έγραψε ένα μυθιστόρημα που έγινε εκδοτικό φαινόμενο πριν κλείσει καν τα 35 του χρόνια. «Η Χερσόνησος με τα άδεια σπίτια» έχει πουλήσει σχεδόν 500.000 αντίτυπα από το 2024 που κυκλοφόρησε στην Ισπανία, έχει τιμηθεί με πλήθος βραβείων και έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες – πρόσφατα και στην ελληνική από την άξια μεταφράστρια Αγγελική Βασιλάκου για τις εκδόσεις Μεταίχμιο .
Το βιβλίο είναι μια εξιστόρηση του ισπανικού εμφύλιου πολέμου και μιας ετοιμοθάνατης Ιβηρικής μέσα από την πορεία μιας οικογένειας, της φαμίλιας του Οδίστο, που, με αφετηρία τον Νότο της χώρας, φτάνει πολεμώντας στον Βορρά και επιστρέφει πάλι πίσω αποδεκατισμένη. Αφιερώνεται από τον συγγραφέα σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του που κατάγονται από το ίδιο χωριό, την Κεσάδα (στο μυθιστόρημα αλλάζει όνομα και γίνεται Χάντουλα), και ιδίως στον παππού Λουίς, που «επέτρεψε» να ανακατευτούν οι στάχτες του με τον κεντρικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος, τον Οδίστο, όπως σημειώνει ο συγγραφέας .
«Με το που έμαθε τα πικρά μαντάτα ο Οδίστο, κίνησε για την εκκλησία για να δηλώσει το αγέννητο παιδί. […] Διέσχισε το χωριό με το καπέλο στα χέρια. Σκυθρωπός και βαρύθυμος, προσέχοντας πού πατάει, καθώς οι φανοστάτες του δρόμου έσβηναν ένας ένας στο πέρασμά του, ως δείγμα συμπαράστασης και παρηγοριάς». Ο μαγικός ρεαλισμός του Ουκλές σε αυτό το μυθιστόρημα λάμπει ανανεωμένος έπειτα από χρόνια προσχηματικής χρήσης του στην πεζογραφία. Ο λυρισμός, το χιούμορ και η ευφυΐα του καλπάζουν σε αυτή την όμορφη και παραληρηματική σύνθεση των 800 σελίδων, η οποία όμως έχει τις ρίζες της βαθιά στο χώμα· μια παιδική και εφηβική ηλικία συνδεδεμένη με τη γη.
– Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γράψετε ένα μυθιστόρημα-έπος για τον ισπανικό εμφύλιο;
– Στην αρχή δεν ήθελα να γράψω για τον εμφύλιο, γιατί δεν τον γνώριζα. Στο σχολείο σχεδόν δεν τον διδασκόμαστε και η οικογένειά μου δεν είχε πολιτική δράση. Αρχισα καταγράφοντας τις ιστορίες που μου αφηγείτο ο παππούς μου, με την επιθυμία να δημιουργήσω κάτι αντίστοιχο με το « Εκατό χρόνια μοναξιάς », αλλά ριζωμένο στη δική μου γη, την Ανδαλουσία.
«Μπορεί να διαβαστεί ως ιστορικό μυθιστόρημα, σχεδόν ως δοκίμιο, λόγω της εκτεταμένης τεκμηρίωσής του. Μπορεί όμως να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα φαντασίας», σημειώνει για το βιβλίο του ο Νταβίδ Ουκλές.
Σταδιακά συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν πολλά βιβλία για τον ισπανικό εμφύλιο, όμως τα περισσότερα επικεντρώνονταν σε μια περιοχή ή σε μια επιμέρους όψη του. Αυτή η πρόκληση με γοήτευσε. Ημουν νέος, είχα χρόνο, ενέργεια και τη φιλοδοξία ώστε να το επιχειρήσω. Ηταν ένα παράτολμο όνειρο. Οι εκδότες, ωστόσο, απέρριπταν διαρκώς το σχέδιο. Οσο οι αρνήσεις συσσωρεύονταν, τόσο μεγάλωνε η επιμονή μου. Ετσι γεννήθηκε το βιβλίο που τελικά έγραψα.
– «Μα εμείς οι χωριάτες δεν κατέχουμε από γράμματα, μόνο σκάβουμε, οι πιο πολλοί ακόμα και τον ίδιο μας τον λάκκο», γράφετε. Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε τον εμφύλιο από την πλευρά των ανθρώπων της υπαίθρου;
– Στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο, οι πρωταγωνιστές του εμφυλίου είναι συνήθως άνθρωποι των πόλεων, συχνά ηρωικές μορφές που πολεμούν για τις ιδέες τους. Ηθελα οι πρωταγωνιστές μου να είναι αγρότες, άνθρωποι της γης, χωρίς μεγάλες ιδεολογικές βεβαιότητες. Αυτή ήταν η πραγματικότητα που γνώριζα από τη δική μου οικογένεια. Η πολιτική υπάρχει παντού, αλλά η έρευνά μου έδειξε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκείνης της εποχής ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την επιβίωση. Η Ισπανία ήταν μια βαθιά αγροτική χώρα. Με το βιβλίο αυτό αποτίω φόρο τιμής σε αυτή τη σιωπηλή πλειονότητα.
– Τι σας ενδιέφερε περισσότερο, ο πόλεμος ή η ιστορική μνήμη;
– Η δική μου γενιά γνωρίζει ελάχιστα για τον εμφύλιο. Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τη γενιά των γονιών μου. Οι παππούδες μας επέλεξαν τη σιωπή, συχνά από φόβο μήπως αναβιώσουν οι έχθρες που οδήγησαν στον πόλεμο. Φυσικά θεωρώ σημαντικό να γνωρίζουμε τι συνέβη πραγματικά: Ο πόλεμος ξεκίνησε με ένα φασιστικό πραξικόπημα και κατέληξε σε μια μακρά δικτατορία. Αυτό δεν…
Read the full article at Kathimerini →