Φόρτωση Text-to-Speech...
ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
Το κέικ
εκδ. Καστανιώτη, 2026
σελ. 96
« Το κέικ » της Ρέας Γαλανάκη είναι ένα κρυπτικό πεζόμορφο ποίημα , κερματισμένο σε είκοσι τέσσερα μικρά κομμάτια. Προλογίζοντας την επανέκδοσή του (α΄ έκδοση 1980) η Γαλανάκη αποκαλύπτει τον βιωματικό χαρακτήρα της αφήγησης, αναφερόμενη σε προσωπικά γεγονότα που εξέβαλαν στη συγγραφή, σε μια περίοδο μετάβασης από την επιγραμματική ποίηση στην πεζογραφία. Επειδή, όπως λέει, «είθισται στην εποχή μας να μιλάμε πιο προσωπικά», παραθέτει «λέξεις – γεγονότα» που μισοφαίνονται στο βιβλίο : «μια απρόβλεπτη εγκυμοσύνη, ένας πιεσμένος γάμος-ναυάγιο, ένας πρόωρος τοκετός κι ο θάνατος του νεογέννητου δυο μέρες αργότερα, η εγκατάλειψή μου, μια απόπειρα αυτοκτονίας, λίγες επισκέψεις σε ψυχίατρο για αρωγή».
Δίχως αυτά τα δεδομένα είναι δύσκολο να διαρραγεί ο νοηματικός πυρήνας του κειμένου, αν και η γραφή από μόνη της καθηλώνει με την απόκοσμη σκοτεινιά της και τις ιερατικές, θα έλεγα, εικόνες της. Η πρώτη κιόλας σκηνή υπόκειται στη σκηνοθεσία μιας ιεροπραξίας, της σφαγής ενός κόκορα, το αίμα του οποίου ραίνει τα σεντόνια του διπλού κρεβατιού. Στις σελίδες κυριαρχούν δύο αντίδικες μορφές, μια έγκυος γυναίκα και ένας άνδρας κυνηγός. Η γυναίκα αρχικά βρίσκεται στην πατροπαράδοτη θέση της, στην κουζίνα, όπου ζυγίζει τη ζάχαρη, το αλεύρι και το βούτυρο για να φτιάξει κέικ. Θα βάλει και κεράσια να το στολίζουν σαν σταγόνες αίμα. Ο άνδρας περιπλανιέται με το σπαθί του εκτός σπιτιού, κυνηγώντας σφάγια, υποχείριο μιας ακατασίγαστης πείνας. «Ο κυνηγός κρατά σπαθί αντί για δίκαννο· ο κυνηγός δε θα μπορούσε· ο κυνηγός κρατώντας το σπαθί δε θα μπορούσε να ’χει άλλο τρόπο για να ζει κοντά σου από το κυνήγι».
Προτού κατοχυρώσει το πρώτο πρόσωπο ενικού, σηματοδοτώντας τη χειραφέτησή της από την εξουσία του κυνηγού, η γυναίκα μιλάει σε δεύτερο πρόσωπο, παρουσιάζοντας στον εαυτό της τις πολλαπλές δυνατότητες της ταυτότητάς της. Το τρίτο πρόσωπο ενικού, που διαδέχεται το δεύτερο, προοικονομεί μέσω της αποστασιοποίησης την αυτοσυνειδησία. «Oταν γεννήσεις, γιατί πάντα θα γεννήσεις· τότε θα κάνεις ένα πιο μεγάλο κέικ να μοσχοβολά». Το κέικ με τα κερασάκια βουτηγμένο στο αίμα, «γιατί φοβάσαι τη γέννα όπως φοβάσαι και τον κυνηγό». Επέκεινα του πατριαρχικού πεπρωμένου, κυοφορούνται ανυπολόγιστες μεταμορφώσεις. Η γυναίκα βγάζει φτερά και γίνεται αετίνα που καταδιώκει με κυκλοτερή φτεροκοπήματα ένα πληγωμένο φίδι. Πρόκειται για ένα τελετουργικό παιχνίδι θανάτου. «Η αετίνα είναι κυνηγός. Το φίδι κυνηγιέται». «Κι οι δυο μπορούνε να σκοτώσουν και να σκοτωθούν».
«Θα ’ναι λοιπόν αυτοκτονία ή δολοφονία;». Στις σελίδες η γυναίκα πεθαίνει και αναγεννιέται αενάως μέσα από τις εναλλαγές της μορφής της. Aλλοτε τη βρίσκουμε να ξυλιάζει πάνω σε όλα τα κρεβάτια ενός νοσοκομειακού θαλάμου, άλλοτε τη βλέπουμε ξαπλωμένη πάνω σε έναν ροζ βελουδένιο καναπέ. «Η αυτοκτονία μόλις έχει γίνει. Φορά το δέρμα της χλωμό». Αλλού το νεκρό γυναικείο σώμα τοποθετείται πάνω σε παρκέ. Λίγο μετά η σκοτωμένη σηκώνεται και πάει
να κρεμαστεί από μια κερασιά.
Συμβολισμοί
Η μυθολογία και το παραμύθι αρδεύουν γενναιόδωρα την πεζογραφία της Γαλανάκη. Το ερμητικό «Κέικ», που εγκιβωτίζει πληθώρα συμβολισμών και σημασιοδοτήσεων, μοιάζει με προθήκη όπου εκτίθενται απώτατες μυθολογήσεις του γυναικείου φύλου. «Πολλαπλασιάζομαι. Στριφογυρίζω πολλαπλή». Η γυναίκα του βιβλίου είναι οικιακή και συνάμα μυθική, εφέστια και εγκόσμια. Εχει μινωικό στήθος και φίδια στα χέρια, είναι μαινάδα που στο ένα χέρι κρατά θύρσο, δόρυ με θυσανωτή αιχμή, εμβληματικό στα διονυσιακά μυστήρια, αλλά είναι και το φίδι Αριάδνη, «κουλουριασμένο στην κρυφή φωλιά του γεννά τ’ αυγά κι έχει το θηλυκό του κύκλο κάθε που αλλάζει το πουκάμισό του». Οταν εξανθρωπισμένη επιστρέφει στην κουζίνα, φτιάχνει «κέικ φρυγικό με κερασάκια», συστραμμένη προς μυστικές ιερουργίες, πρελούδια της άφευκτης γέννας. Αυτό που εγκυμονεί προώρισται να πεθάνει. «Εγώ θα το γεννώ και θα το θανατώνω». Στο σώμα της αιμάτινης γυναίκας χαίνει «ένα κατάμαυρο αιδοίο χωρίς ίχνος κόκκινου».
Θεωρώ πως θα αδικούσε το βιβλίο η περιχαράκωσή του σε μια φεμινιστική ανάγνωση, διότι η Γαλανάκη δεν γράφει επαναστατικά, αλλά λυρικά, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο μιας γυναίκας που μυείται στις πολλαπλές της όψεις. Πριν από την καταληκτική μυσταγωγία, όπου η γυναίκα φορώντας ένα κερασί πέπλο και δέρμα ελαφιού, με λυτούς βοστρύχους, στο κεφάλι στεφάνι με κισσό, στο δεξί χέρι τον θύρσο και στο αριστερό φρυγικό τύμπανο, οδηγείται σε μια μυθική ακτή για να γεννήσει, η διεκδίκηση του εαυτού συντελείται μέσα από αλλεπάλληλες θανατώσεις και ανανήψεις, μέσα από επαναλαμβανόμενα τελετουργικά παιχνίδια θανάτου.
Η γυναίκα τού «Κέικ», μυστηριακή, αλλόκοσμη και θανατερή, μου θυμίζει τη « Γυναίκα της Ζάκυθος » του Σολωμού . Αν η Ζακυνθινή αυτόχειρας, για την ψυχή της οποίας δέεται ο «Διονύσιος Ιερομόναχος», είναι «επιδέξια σα το Χάρο», αποτρόπαια, σκαιή και αφόρητα τραγική, η γυναίκα τού «Κέικ», μυθική και πένθιμη, αποδεικνύεται εντέλει εξίσου τρομερή, έτσι όπως γιγαντώνεται και πληθύνεται μες στις μυ…
Read the full article at Kathimerini →